Παρατηρητήριο Τιμών: Ένα χρήσιμο εργαλείο που κρατείται παροπλισμένο

Το παρατηρητήριο τιμών ξεκίνησε πριν από 5 χρόνια, το Μάϊο του 2003. Στόχος του ήταν η διαφάνεια της αγοράς, και η καλύτερη ενημέρωση των καταναλωτών. Με τη δειγματοληψία τιμών, τη συλλογή τους και τη δυνατότητα λήψης αναλυτικών αναφορών θα γινόταν δυνατή η παρακολούθηση της αγοράς για πλήθος προϊόντων, τόσο από το Υπουργείο Ανάπτυξης όσο και από τους μεμονωμένους καταναλωτές. Έχει εφαρμοστεί με επιτυχία σε πολλές χώρες, όπως για παράδειγμα στην Κύπρο. Μάλιστα, στη συγκεκριμένη χώρα έχει λάβει μεγάλη δημοσιότητα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, με αποτέλεσμα οι μεγάλες αλυσίδες Super Market να διαγκωνίζονται για το ποια θα καταλάβει τις πρώτες θέσεις, έχοντας τις φθηνότερες τιμές. Η λογική του Κυπριακού παρατηρητηρίου τιμών είναι να γίνεται άμεση και επώνυμη σύγκριση προϊόντων, με αποτέλεσμα την εξυγίανση της αγοράς, την αποκάλυψη των καρτέλ και τη σωστότερη λειτουργία του ανταγωνισμού.

Όπως αναφέρεται και στην αρχική μελέτη του έργου από την "Κοινωνία της Πληροφορίας" :
Τα αναμενόμενα ωφέλη από το Παρατηρητήριο Τιμών περιλαμβάνουν:·

* Ορθολογική και συστηματική παρακολούθηση της λειτουργίας της αγοράς, έγκυρη και συνεχής ενημέρωση των υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου για τις συνθήκες της αγοράς.
* Προστασία των καταναλωτών και βελτίωση της ποιότητας και ταχύτητας των συναλλαγών μεταξύ των πολιτών και της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.
* Ενίσχυση θεσμικού πλαισίου και ρόλου της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.
* Βελτίωση της παραγωγικότητας των υπαλλήλων και της αποτελεσματικότητας των μηχανισμών τιμοληψίας της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου.
* Απλοποίηση διαδικασιών και βελτίωση της εικόνας του ΥΠΑΝ.

Το Παρατηρητήριο Τιμών ξεκίνησε τη λειτουργία του με αργά βήματα. Η δειγματοληψία γινόταν μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, ενώ δεν υπήρχε πρόσβαση στις τιμές μέσω του διαδικτύου. Παρ' όλα αυτά, αντί να ενισχυθεί σταδιακά η λειτουργία του, να στελεχωθεί με επιπλέον προσωπικό και να εφοδιαστεί με εξοπλισμό, αποφασίστηκε το 2004 η διακοπή της λειτουργίας του και ο σχεδιασμός του από την αρχή, με την προκύρηξη νέου διαγωνισμού, προϋπολογισμού 2,4 εκατ. Ευρώ, αχρηστεύοντας παράλληλα όλες τις δαπάνες που είχαν γίνει για το συγκεκριμένο έργο έως τότε.
Όπως δήλωνε τον Απρίλιο του 2006 ο τότε υφυπουργός Ανάπτυξης κ. Γιάννης Παπαθανασίου, "Ο διαγωνισμός είναι σε εξέλιξη και έχουν κατατεθεί προσφορές από 8 εταιρίες. Το έργο θα είναι έτοιμο σε 12 μήνες από την υπογραφή της σύμβασης. Με τη λειτουργία του Παρατηρητηρίου θα έχουμε μια πλήρη εικόνα της εξέλιξης των τιμών, κάτι που θα διευκολύνει και το υπουργείο Ανάπτυξης, αλλά και την καλύτερη ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού."
Στις 28/11/2007 ο υπουργός Ανάπτυξης ανακοινώνει την άμεση υλοποίηση του Παρατηρητήριου Τιμών.
Στις 21/2/2008 ανακοινώνεται ξανά, ως νέο μέτρο αυτή τη φορά, στα πλαίσια των "41 μέτρων κατά της ακρίβειας".
Στην ιστοσελίδα της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου υπάρχει σχετικό link, αλλά οδηγεί σε ανενεργή σελίδα.
Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες η λειτουργία του δεν προβλέπεται να ξεκινήσει πριν από το φθινόπωρο.

Ακόμα και αν τελικά κυλήσουν όλα ιδανικά και ξεκινήσει η λειτουργία του το Φθινόπωρο, θα έχουν περάσει 4 χρόνια από τη διακοπή της λειτουργίας του. Στο χρονικό αυτό διάστημα, στο οποίο όπως είναι γνωστό οι τιμές βασικών αγαθών ανέβηκαν σε αδικαιολόγητα μεγάλο βαθμό, η αγορά έμεινε χωρίς παρακολούθηση, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν αυτή τη στιγμή τα κατάλληλα στατιστικά στοιχεία που θα έδειχναν τους πυρήνες της ακρίβειας και θα απεκάλυπταν τους κλάδους αυτούς που λειτουργούν κάτω από τον έλεγχο συγκεκριμένων καρτέλ. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι γιατί ένα σύστημα που λειτουργούσε, έστω και με ατέλειες, δε διατηρήθηκε σε λειτουργία έως την ολοκλήρωση του νέου.
Το αποτέλεσμα είναι να περνάει προς τον καταναλωτή μια θολή εικόνα της αγοράς και να θεωρεί ότι όλοι οι κλάδοι της αγοράς και όλοι οι επιχειρηματίες έχουν ίσο μερίδιο ευθύνης για την ακρίβεια, γεγονός που είναι αναληθές. Αντί να γίνει διαχωρισμός σε καλούς και κακούς επαγγελματίες, ενισχύεται συνολικά η έλλειψη εμπιστοσύνης που δείχνουν οι καταναλωτές προς τον εμπορικό κόσμο και δημιουργείται μια γενικότερη επιφυλακτικότητα προς την επιχειρηματικότητα.